Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποσκιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποσκιάζω < ελληνιστική κοινή ὑποσκιάζω < αρχαία ελληνική ὑπό + σκιάζω < σκιά

υποσκιάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]