υποσπαδίας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποσπαδίας < ελληνιστική κοινή ὑποσπᾰδίας < αρχαία ελληνική ὑπό + σπάω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική hypospadias)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποσπαδίας αρσενικό
- (ανατομία, ιατρική) ανώμαλη διαμόρφωση του πέους κατά την οποία το άνοιγμα της ουρήθρας βρίσκεται στη κάτω πλευρά του πέους
- άλλες μορφές: υποσπαδίαση
- ※ Σύμφωνα με τους δύο ιστορικούς στα αρχεία υπήρχαν ενδείξεις πως ο Χίτλερ έπασχε από μια πάθηση που ονομάζεται υποσπαδίας του πέους, κατά την οποία το άνοιγμα της ουρήθρας δεν βρίσκεται στην άκρη του πέους, αλλά κάπου κατά μήκος του κορμού ή στη βάση του. Αυτή η πάθηση, σύμφωνα με τους ιστορικούς, ενδέχεται να του είχε προκαλέσει μικροφαλία και πιθανότατα του προκαλούσε και δυσκολία στην ούρηση. (www.tovima.gr, 13.11.2025)
- (ιατρική) κάποιος που πάσχει από την παραπάνω κατάσταση
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποσπαδίας
Πηγές
[επεξεργασία]- υποσπαδίας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- υποσπαδίας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- υποσπαδίας - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γαλαξίας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)