Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποστέγασμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υποστέγασμα τα υποστεγάσματα
      γενική του υποστεγάσματος των υποστεγασμάτων
    αιτιατική το υποστέγασμα τα υποστεγάσματα
     κλητική υποστέγασμα υποστεγάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποστέγασμα < ελληνιστική κοινή ὑποστέγασμα < αρχαία ελληνική ὑποστεγάζω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υποστέγασμα ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • υποστέγασμα - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)