υποσχετικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποσχετικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υποσχετικός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποσχετικό ουδέτερο
- έγγραφο με το οποίο δίνεται συγκεκριμένη υπόσχεση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποσχετικό
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]υποσχετικό
- αιτιατική ενικού του υποσχετικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υποσχετικός