υποτάσσω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποτάσσω < ελληνιστική κοινή ὑποτάσσω < ὑπό + αρχαία ελληνική τάσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική subordonner)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υποτάσσω

  1. εξαναγκάζω κάποιον να εξαρτιέται από τις διαταγές μου
  2. αφαιρώ την ελευθερία ενός λαού ή κράτους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υποδουλώνω
  3. εξουσιάζω, ελέγχω
    Υπέταξε τα πάθη της και τα όνειρά της και τα έθαψε βαθιά μέσα της. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  4. θεωρώ κάτι δευτερεύον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]