υποτροπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποτροπή οι υποτροπές
      γενική της υποτροπής των υποτροπών
    αιτιατική την υποτροπή τις υποτροπές
     κλητική υποτροπή υποτροπές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποτροπή < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποτροπή θηλυκό

  1. η επανεμφάνιση δυσάρεστων καταστάσεων μετά από μια περίοδο βελτίωσης, π.χ
    • συμπτωμάτων μιας ασθένειας
    • κατάχρησης ουσιών
    • εγκληματικής συμπεριφοράς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]