Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποτυπώδης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υποτυπώδης η υποτυπώδης το υποτυπώδες
      γενική του υποτυπώδους της υποτυπώδους του υποτυπώδους
    αιτιατική τον υποτυπώδη την υποτυπώδη το υποτυπώδες
     κλητική υποτυπώδη(ς) υποτυπώδης υποτυπώδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υποτυπώδεις οι υποτυπώδεις τα υποτυπώδη
      γενική των υποτυπωδών των υποτυπωδών των υποτυπωδών
    αιτιατική τους υποτυπώδεις τις υποτυπώδεις τα υποτυπώδη
     κλητική υποτυπώδεις υποτυπώδεις υποτυπώδη
Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποτυπώδης < αρχαία ελληνική ὑποτυπόω / ὑποτυπῶ + -ώδης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική rudimentaire[1])
Η λέξη μαρτυρείται από το 1887

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.po.tiˈpo.ðis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /i.po.tiˈpo.ðes/ ουδέτερο

Επίθετο

[επεξεργασία]

υποτυπώδης, -ης, -ες

  1. που έχει αναπτυχθεί με ατελή τρόπο
     συνώνυμα: ανεξέλικτος, εμβρυώδης
  2. (μεταφορικά) χωρίς πλήρη ανάπτυξη
      Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.
    Yasmina Khadra, Εξίσωση θανάτου, αρχική δημοσίευση: (2011), μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2012, ISBN 9789600355369, @google.gr/books
     συνώνυμα: στοιχειώδης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]