υπουλότης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπουλότης < ελληνιστική κοινή ὑπουλότης < αρχαία ελληνική ὕπουλος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπουλότης θηλυκό
- (αρχαιοπρεπές) άλλη μορφή του υπουλότητα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπουλότης
|