υποχρέωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποχρέωση οι υποχρεώσεις
      γενική της υποχρέωσης
& υποχρεώσεως
των υποχρεώσεων
    αιτιατική την υποχρέωση τις υποχρεώσεις
     κλητική υποχρέωση υποχρεώσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποχρέωση < υποχρεώνω + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική obligation)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποχρέωση{ θηλυκό

  1. ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις
  2. οικονομική, κοινωνική κ.λπ. δέσμευση
  3. η αίσθηση ότι οφείλεις σε κάποιον σε ηθικό και άυλο επίπεδο για κάτι που σου προσέφερε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]