υποχρέωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποχρέωση υποχρεώσεις
γενική υποχρέωσης
& υποχρεώσεως
υποχρεώσεων
αιτιατική υποχρέωση υποχρεώσεις
κλητική υποχρέωση υποχρεώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποχρέωση < υποχρεώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική obligation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποχρέωση{ θηλυκό

  1. ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις
  2. οικονομική, κοινωνική κ.λπ. δέσμευση
  3. η αίσθηση ότι οφείλεις σε κάποιον σε ηθικό και άυλο επίπεδο για κάτι που σου προσέφερε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]