υποχρεωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική υποχρεωτικός υποχρεωτική υποχρεωτικό
γενική υποχρεωτικού υποχρεωτικής υποχρεωτικού
αιτιατική υποχρεωτικό υποχρεωτική υποχρεωτικό
κλητική υποχρεωτικέ υποχρεωτική υποχρεωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποχρεωτικοί υποχρεωτικές υποχρεωτικά
γενική υποχρεωτικών υποχρεωτικών υποχρεωτικών
αιτιατική υποχρεωτικούς υποχρεωτικές υποχρεωτικά
κλητική υποχρεωτικοί υποχρεωτικές υποχρεωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποχρεωτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υποχρεωτικός, -ή, ό

  1. που επιβάλλεται από υποχρέωση, από ανάγκη
  2. που μας δημιουργεί το αίσθημα της υποχρέωσης, περιποιητικός, εξυπηρετικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα:

αναγκαίος

αναγκαστός

αναγκαστικός

αναπόφευκτος