υποχρωμία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποχρωμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypochromia < αρχαία ελληνική ὑπό + χρῶμα < χρώννυμι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποχρωμία θηλυκό
- (ιατρική) η μείωση του χρώματος σε κύτταρα ή ιστούς, συνήθως λόγω έλλειψης αιμοσφαιρίνης στα ερυθρά αιμοσφαίρια
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Hypochromie στη γαλλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποχρωμία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)