υποψιάζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποψιάζομαι < υποψία + -άζομαι (από το παθητικό ρήμα δημιουργήθηκε και το ενεργητικό υποψιάζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υποψιάζομαι, παρατ.: υποψιαζόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα υποψιαστώ, αόρ.: υποψιάστηκα , μτχ.π.π.: υποψιασμένος

  1. έχω μια υποψία, θεωρώ ότι κάτι είναι πιθανό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υποπτεύομαι
  2. θεωρώ κάποιον ύποπτο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υποπτεύομαι
  3. με αφορμή κάτι μικρό, κάποιες ενδείξεις, συνθέτω στο μυαλό μου μια πλήρη εικόνα που θεωρώ πιθανή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αντιλαμβάνομαι, φαντάζομαι, μαντεύω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]