υπτίασις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπτίασις < ελληνιστική κοινή ὑπτίασις < αρχαία ελληνική ὑπτιάζω < ὕπτιος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπτίασις θηλυκό
- (καθαρεύουσα) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπτιάζω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπτίασις
|