υπόδικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπόδικος υπόδικη υπόδικο
γενική υπόδικου υπόδικης υπόδικου
αιτιατική υπόδικο υπόδικη υπόδικο
κλητική υπόδικε υπόδικη υπόδικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπόδικοι υπόδικες υπόδικα
γενική υπόδικων υπόδικων υπόδικων
αιτιατική υπόδικους υπόδικες υπόδικα
κλητική υπόδικοι υπόδικες υπόδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπόδικος < αρχαία ελληνική ὑπόδικος < ὑπό + δίκη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπόδικος, -η, -ο

  1. (νομικός όρος) που πρόκειται να δικαστεί, που υπάρχουν εναντίον του κατηγορίες οι οποίες δεν έχουν ακόμα εκδικαστεί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]