Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπόκρυψη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπόκρυψη οι υποκρύψεις
      γενική της υπόκρυψης* των υποκρύψεων
    αιτιατική την υπόκρυψη τις υποκρύψεις
     κλητική υπόκρυψη υποκρύψεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, υποκρύψεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπόκρυψη < ελληνιστική κοινή ὑπόκυψις < αρχαία ελληνική ὑποκρύπτω < ὑπό + κρύπτω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπόκρυψη θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]