υπόκρυψη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υπόκρυψη | οι | υποκρύψεις |
| γενική | της | υπόκρυψης* | των | υποκρύψεων |
| αιτιατική | την | υπόκρυψη | τις | υποκρύψεις |
| κλητική | υπόκρυψη | υποκρύψεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υποκρύψεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπόκρυψη < ελληνιστική κοινή ὑπόκυψις < αρχαία ελληνική ὑποκρύπτω < ὑπό + κρύπτω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπόκρυψη θηλυκό
- (λόγιο) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκρύπτω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπόκρυψη
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υπόκρυψη - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998), λήμμα: υποκρύπτω
- ὑπόκρυψις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)