υπόκρυψις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπόκρυψις < ελληνιστική κοινή ὑπόκυψις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπόκρυψις θηλυκό
- (λόγιο) άλλη μορφή του υπόκρυψη, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκρύπτω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπόκρυψις
|