Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπόπνοια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπόπνοια οι υπόπνοιες
      γενική της υπόπνοιας των υποπνοιών
    αιτιατική την υπόπνοια τις υπόπνοιες
     κλητική υπόπνοια υπόπνοιες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπόπνοια < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypopnea < αρχαία ελληνική ὑπό + ὕπνος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπόπνοια θηλυκό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • υπόπνοια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)