υπόστεγο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | υπόστεγο | τα | υπόστεγα |
| γενική | του | υπόστεγου | των | υπόστεγων |
| αιτιατική | το | υπόστεγο | τα | υπόστεγα |
| κλητική | υπόστεγο | υπόστεγα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπόστεγο < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπόστεγο ουδέτερο
- χώρος που έχει κάποια μορφή σκεπής και είναι ανοικτός τουλάχιστον από δύο πλευρές
- χώθηκα κάτω από ένα υπόστεγο μέχρι να σταματήσει η μπόρα