υπόφυση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υπόφυση | οι | υποφύσεις |
| γενική | της | υπόφυσης* | των | υποφύσεων |
| αιτιατική | την | υπόφυση | τις | υποφύσεις |
| κλητική | υπόφυση | υποφύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υποφύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπόφυση < ελληνιστική κοινή ὑπόφυσις < αρχαία ελληνική ὑπό + φύσις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπόφυση θηλυκό
- (ανατομία) ενδοκρινής αδένας στη βάση του εγκεφάλου που ρυθμίζει τη λειτουργία άλλων αδένων και συστημάτων μέσω της έκκρισης ορμονών
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
υπόφυση στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)