υστεροβουλία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υστεροβουλία οι υστεροβουλίες
      γενική της υστεροβουλίας των υστεροβουλιών
    αιτιατική την υστεροβουλία τις υστεροβουλίες
     κλητική υστεροβουλία υστεροβουλίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υστεροβουλία < ελληνιστική κοινή ὑστεροβουλία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υστεροβουλία θηλυκό

  1. η συγκάλυψη των ιδιοτελών στόχων με την προβολή μιας έντονα φιλικής διάθεσης προς τους άλλους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]