υστεροτοκία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υστεροτοκία θηλυκό
- (ιατρική) η διαδικασία κατά την οποία αποβάλλεται φυσικά ή αφαιρείται τεχνητά το ύστερο, ο πλακούντας και οι εμβρυϊκοί υμένες από τη μήτρα μετά τον τοκετό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υστεροτοκία
|
|