υστερόπτωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υστερόπτωση | οι | υστεροπτώσεις |
| γενική | της | υστερόπτωσης* | των | υστεροπτώσεων |
| αιτιατική | την | υστερόπτωση | τις | υστεροπτώσεις |
| κλητική | υστερόπτωση | υστεροπτώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υστεροπτώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υστερόπτωση θηλυκό
- (ιατρική) άλλη μορφή του υστεροπτωσία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υστερόπτωση
|