υστερόχρονος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὑστερόχρονος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υστερόχρονος υστερόχρονη υστερόχρονο
γενική υστερόχρονου υστερόχρονης υστερόχρονου
αιτιατική υστερόχρονο υστερόχρονη υστερόχρονο
κλητική υστερόχρονε υστερόχρονη υστερόχρονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υστερόχρονοι υστερόχρονες υστερόχρονα
γενική υστερόχρονων υστερόχρονων υστερόχρονων
αιτιατική υστερόχρονους υστερόχρονες υστερόχρονα
κλητική υστερόχρονοι υστερόχρονες υστερόχρονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υστερόχρονος < ελληνιστική κοινή ὑστερόχρονος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υστερόχρονος, -η, -ο

  1. που εμφανίζεται ή γίνεται ύστερα από κάτι άλλο, σε μεταγενέστερο χρόνο
  2. (ουσιαστικοποιημένο) υστερόχρονο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]