υστερώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὑστερῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υστερώ (λόγιο) < αρχαία ελληνική ὑστερῶ / ὑστερέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.stεˈɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υστερώ, αόρ.: υστέρησα[1][2] (αμετάβατο)

  1. είμαι κατώτερος σε σύγκριση με
    σύνταξη: + γενική / έναντι + γενική / από + αιτιατική
    • οι χώρες του τρίτου κόσμου υστερούν των δυτικών χωρών οικονομικά
    • η νέα μαθήτρια υστερεί έναντι των συμμαθητριών της
    • η ταινία δεν υστερεί σε τίποτα από τις διεθνείς υπερπαραγωγές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υπολείπομαι, μειονεκτώ
  2. έχω ελλείψεις
    υστερώ στα μαθηματικά
  3. (σπάνιο) μένω πίσω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καθυστερώ, αργοπορώ
  4. συνώνυμο του στερούμαι[2]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Για την παθητική φωνή, δείτε τις Αναφορές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. υστερώ στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
    Το Λεξικό δεν δίνει παθητικούς τύπους. Δείτε και το Λεξικό Μπαμπινιώτη.
  2. 2,0 2,1 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
    Το Λεξικό δίνει και παθητικούς τύπους υστερούμαι, υστερήθηκα, και μετοχή υστερημένος.