υφίσταμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ὑφίσταμαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υφίσταμαι < αρχαία ελληνική ὑφίσταμαι

Ρήμα[επεξεργασία]

υφίσταμαι

  1. υπάρχω
  2. υποβάλλομαι, δέχομαι (συνήθως κάτι δυσάρεστο, αρνητικό ή καταπιεστικό)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]