υφηγήτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υφηγήτρια θηλυκό
- → δείτε τη λέξη υφηγητής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υφηγήτρια
|
|
υφηγήτρια θηλυκό
|
|