υψικάμινος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υψικάμινος οι υψικάμινοι (υψικάμινες)
      γενική της υψικαμίνου των υψικαμίνων
    αιτιατική την υψικάμινο τις υψικαμίνους (υψικάμινες)
     κλητική υψικάμινε (υψικάμινο) υψικάμινοι (υψικάμινες)
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υψικάμινος < υψι- + κάμινος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική haut fourneau: ο σωστός σχηματισμός θα ήταν *υψηλοκάμινος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υψικάμινος θηλυκό

  1. ειδική κάμινος μεγάλου ύψους, που αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες, εντός της οποίας γίνεται η τήξη του σιδήρου και παρασκευάζεται ο χυτοσίδηρος
  2. (κατ' επέκταση) εργοστάσιο με τέτοιες καμίνους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]