φάγουσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάγουσα φάγουσες
γενική φάγουσας φαγουσών
αιτιατική φάγουσα φάγουσες
κλητική φάγουσα φάγουσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάγουσα < από τη μετοχή φαγοῦσα του ἔφαγον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάγουσα θηλυκό

συνώνυμο της φαγέδαινας, σαρκοφάγο έλκος που οφειλόταν ή σε καρκίνο ή σε τύπο του έρπητα ή σε σύφιλη ή σε κάποιο σαρκοφάγο βακτήριο άγνωστο στους χρόνους εκείνους ή σε άλλης αιτιολογίας γάγγραινα (λέξη που χρησιμοποιείτο μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]




Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]