φάδο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

fado[1] (πορτογαλική προφορά: [ˈfaðu] (φάντου); "πεπρωμένο, μοίρα")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουδέτερο άκλιτο (μουσική) και φάντο

  • πορτογαλικά δραματικά κομμάτια, κομμάτια πόνου
  • παραδοσιακό μουσικό είδος της πορτογαλίας (υπάρχουν και χαρούμενα κομμάτια - λιγότερο όμως χαρακτηριστικά)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

κομμάτια[επεξεργασία]