φάλαγξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φάλαγξ φάλαγγε φάλαγγες
Γενική φάλαγγος φαλάγγοιν φαλάγγων
Δοτική φάλαγγι φαλάγγοιν φάλαγξι(ν)
Αιτιατική φάλαγγα φάλαγγε φάλαγγας
Κλητική φάλαγξ φάλαγγε φάλαγγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάλαγξ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάλαγξ θηλυκό

  1. φάλαγγα
  2. παράταξη μάχης
  3. σχηματισμός πεζικού
  4. το κύριο μέρος του στρατού
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: κέρας
  5. στρατόπεδο
  6. κομμάτι ξύλου
  7. κορμός δέντρου
  8. το οριζόντιο τμήμα του ξυγού, από το οποίο κρέμονται οι πλάστιγγες
  9. (ανατομία) το οστό ανάμεσα στους αρμούς των δαχτύλων των χεριών
  10. πληθυντικός φάλαγγες: ξύλινοι κύλινδροι που μπαίνουν κάτω από ένα βαρύ αντικείμενο, προκειμένου να μετακινηθεί