φάντης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάντης φάντηδες
γενική φάντη φάντηδων
αιτιατική φάντη φάντηδες
κλητική φάντη φάντηδες
Φάντηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάντης < ιταλική fante < ισπανική infante < λατινική infans

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάντης αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. (εμφανίστηκε σαν, πετάχτηκε σαν) φάντης μπαστούνι: όταν κάποιος εμφανίζεται ξαφνικά εκεί που δεν τον περιμένουν ή αρχίζει να μιλάει ξαφνικά και κυρίως εκεί που δεν τον σπέρνουν
  2. Τι σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο; : για πράγματα άσχετα μεταξύ τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]