φάος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάος < πρωτοελληνική *pʰáos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰéh₂os < *bʰeh₂- (φωτίζω, λάμπω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάος ουδέτερο (γενική του φάεος)

  1. αρχαιοελληνικό ουσιαστικό ταυτόσημο με το φῶς αλλά και, με έκταση, με το φόως. Το φως
  2. ημέρα
    κρισίμων φαέων : κρίσιμων ημερών, σημαντικών
  3. εστία φωτιάς
    πρὸς φῶς πίνειν
    μέσοις φωσίν : ούτε πολύ δυνατή, ούτε αδύναμη φωτιά, μέτρια
  4. (μεταφορικά) όπως σήμερα λέμε "είσαι το φως των ματιών μου" ή "Φώς μου!"
    φάος ὀμμάτων, ὄσσων (Πίνδαρος)
    ἦλθες, Τηλέμαχε, γλυκερὸν φάος
    φάος Ἑλλήνων (Ανακρέων)
  5. τα μάτια (φάεα)
  6. αυτό που λάμπει και αποκαλύπτει
    τῆς ἀληθείας τὸ φῶς (Ευριπίδης)
    ὁ θεὸς φῶς ἐστὶν καὶ σκοτία οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ οὐδεμία (Καινή Διαθήκη, Ιωάννου Α. 5)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

  • φάος, γενική φάεος και φάους, δοτική φάει, γεν. πλ. φαέων αιτ. πληθ. φάεα, δοτ. πλ. φαέεσσι και φάεσι
  • φῶς, γενική φωτός
  • φόως (επικός τύπος)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τὸ φῶς κόσμον παρέχει : το φως της ημέρας είναι εγγύηση τάξης, αλλά και "η διαύγεια είναι εγγύηση τάξης"

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: φῶς για κλίση