φάουλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φάουλ < αγγλική foul

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φάουλ ουδέτερο άκλιτο

  1. (αθλητισμός) αντικανονική ενέργεια σε αντίπαλο παίκτη
  2. το λάκτισμα που δίνει ο διαιτητής στην αντίπαλη ομάδα για την αντικανονική ενέργεια ενός παίκτη

32πχ Μεταφράσεις[]