φάρδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάρδος φάρδη
γενική φάρδους φαρδών
αιτιατική φάρδος φάρδη
κλητική φάρδος φάρδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάρδος < φαρδύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάρδος ουδέτερο

  1. το πλάτος, η πιο μικρή διάσταση μιας επιφάνειας (η άλλη είναι το μήκος)
  2. στην αργκό, η μεγάλη τύχη
    Μα τι φάρδος ήταν αυτό σήμερα! Κέρδισε μια περιουσία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]