φάρσωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάρσωμα φαρσώματα
γενική φαρσώματος φαρσωμάτων
αιτιατική φάρσωμα φαρσώματα
κλητική φάρσωμα φαρσώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάρσωμα < αρχαία ελληνική φάρσος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάρσωμα ουδέτερο

  1. το χώρισμα, η τοποθέτηση κάπως πρόχειρης, ξύλινης μεσοτοιχίας
  2. παλιότερα, το κομμάτι, η λωρίδα, το κλάσμα, γενικά το τμήμα από κάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]