φάρυγξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάρυγξ < το φάρος (άροτρο) συγγενές με το λατινικό foro (τρυπώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάρυγξ, τῆς φάρυγγος (και φάρυξ, φάρυγος και μεταγενέστερα ὁ φάρυγξ αρσενικό)

  • ο λαιμός, ο φάρυγγας
    φάρυγος δ᾽ ἐξέσσυτο οἶνος (ξερνούσε κρασί)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]