φάσκελο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάσκελο φάσκελα
γενική φάσκελου φάσκελων
αιτιατική φάσκελο φάσκελα
κλητική φάσκελο φάσκελα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάσκελο < ελληνιστική κοινή σφάκελος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάσκελο ουδέτερο

  1. μούντζα, υβριστική χειρονομία στην Ελλάδα, βυζαντινής ή και παλαιότερης απαρχής, που συνίσταται στην επίδειξη της ανοιχτής παλάμης προς όποιον ή ό,τι υβρίζεται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]