φάτσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάτσα φάτσες
γενική φάτσας φατσών
αιτιατική φάτσα φάτσες
κλητική φάτσα φάτσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάτσα < ιταλική faccia ή βενετική fazza

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάτσα θηλυκό

  1. το πρόσωπο, η μούρη
  2. το ύποπτο άτομο (επιτιμητικά ή ειρωνικά ή χαϊδευτικά)
    είναι μια φάτσα αυτός...
  3. η πρόσοψη κτιρίου
  4. (ναυτικός όρος) σε ένα ιστιοπλοϊκό πλοίο που κινείται όρτσα, όταν ο άνεμος γυρνάει πιο κλειστά έτσι ώστε το πλοίο να αναγκαστεί να ποδίσει ή να κάνει τακ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

φάτσα

  1. ακριβώς απέναντι