φέξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φέξη
γενική φέξης
& φέξεως
αιτιατική φέξη
κλητική φέξη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φέξη < φέγγω (έφεξα) + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φέξη θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) φέξιμο
  2. (κατ’ επέκταση) ξημέρωμα
  3. (αστρονομία) περίοδος κατά την οποία αυξάνεται η φωτεινή επιφάνεια της σελήνης, μέχρι να έχουμε πανσέληνο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γέμισμα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: χάση

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]