Μετάβαση στο περιεχόμενο

φέρνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φέρνω < αρχαία ελληνική φέρω[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfeɾ.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φέρνω

φέρνω, πρτ.: έφερνα, στ.μέλλ.: θα φέρω, αόρ.: έφερα, παθ.φωνή: φέρνομαι, π.αόρ.: φέρθηκα, μτχ.π.π.: φερμένος

  1. μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον
    παράδειγμα Σας έφερα την εφημερίδα σας.
    παράδειγμα Οι όμορφες σερβιτότες φέρνουν πελάτες.
    παράδειγμα Τι νέα μας έφερες;
  2. (μεταφορικά) οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση
    παράδειγμα Τα νέα μάς έφεραν σε αδιέξοδο.
     συνώνυμα: εξωθώ
  3. (μεταφορικά) προκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα
    παράδειγμα Μια χελιδόνα δεν φέρνει την άνοιξη.
    παράδειγμα Οι εξελίξεις έφεραν μεγάλη αναστάτωση.
  4. εκφράζω, προβάλλω, προτείνω
    παράδειγμα Συνέχεια μας φέρνει νέες δικαιολογίες.
    παράδειγμα Όχι που δεν θα έφερνες αντίρρηση εσύ.
  5. πετυχαίνω
    παράδειγμα Έφερα εξάρες (η ζαριά στο τάβλι)
    παράδειγμα Έφερε ισοπαλία.
  6. αποφέρω
    παράδειγμα Οι επενδύσεις μας τελικά έφεραν κέρδη.
  7. (προφορικό) μοιάζω σε κάτι ή κάποιον
    παράδειγμα Φέρνει λιγάκι στον πατέρα του.
    παράδειγμα Η γεύση φέρνει προς το γλυκό.
     συνώνυμα: πλησιάζω
  8. φέρω
    παράδειγμα Φέρνει την ευθύνη για το περιστατικό.
     συνώνυμα: επωμίζομαι, κουβαλώ
  9. (μαθηματικά) σχηματίζω
  10. παράδειγμα Φέρνει την ευθεία ΑΒ.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φέρνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. φέρνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  • φέρνω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φέρνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φέρω, κατά μεταπλασμόν βάσει του συνοπτικού θέματος φερ- αναλογικά προς το σχήμα: καμ- (ἔκαμον) - κάμνω, τεμ- (ἔτεμον) - τέμνω για σαφέστερη διάκριση των δύο ρηματικών θεμάτων[1]  δείτε επίσης Κατηγορία:Ρήματα σε -έρνω στο Βικιλεξικό.

φέρνω

Αναφορές

[επεξεργασία]