φέρνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φέρνω < αρχαία ελληνική φέρω[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfeɾ.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φέρ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]φέρνω, πρτ.: έφερνα, στ.μέλλ.: θα φέρω, αόρ.: έφερα, παθ.φωνή: φέρνομαι, π.αόρ.: φέρθηκα, μτχ.π.π.: φερμένος
- μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον
- (μεταφορικά) οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση
- (μεταφορικά) προκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα
- εκφράζω, προβάλλω, προτείνω
- πετυχαίνω
- αποφέρω
Οι επενδύσεις μας τελικά έφεραν κέρδη.
- (προφορικό) μοιάζω σε κάτι ή κάποιον
- φέρω
Φέρνει την ευθύνη για το περιστατικό.- ≈ συνώνυμα: επωμίζομαι, κουβαλώ
- (μαθηματικά) σχηματίζω
Φέρνει την ευθεία ΑΒ.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- τα φέρνω δύσκολα
- τα φέρνω βόλτα
- τη(ν) φέρνω σε κάποιον - 1. τον ξεγελώ, τον εξαπατώ 2. υπερισχύω με επιχείρημα, ταπώνω κάποιον
- το ένα φέρνει το άλλο
- ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη - χρειάζονται πολλοί για την επιτυχία
- όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος - κάτι μπορεί να συμβεί από στιγμή σε στιγμή
- φέρνω στα νερά μου
Παροιμίες
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | φέρνω | έφερνα | θα φέρνω | να φέρνω | φέρνοντας | |
| β' ενικ. | φέρνεις | έφερνες | θα φέρνεις | να φέρνεις | φέρνε | |
| γ' ενικ. | φέρνει | έφερνε | θα φέρνει | να φέρνει | ||
| α' πληθ. | φέρνουμε | φέρναμε | θα φέρνουμε | να φέρνουμε | ||
| β' πληθ. | φέρνετε | φέρνατε | θα φέρνετε | να φέρνετε | φέρνετε | |
| γ' πληθ. | φέρνουν(ε) | έφερναν φέρναν(ε) |
θα φέρνουν(ε) | να φέρνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έφερα | θα φέρω | να φέρω | φέρει | ||
| β' ενικ. | έφερες | θα φέρεις | να φέρεις | φέρε | ||
| γ' ενικ. | έφερε | θα φέρει | να φέρει | |||
| α' πληθ. | φέραμε | θα φέρουμε | να φέρουμε | |||
| β' πληθ. | φέρατε | θα φέρετε | να φέρετε | φέρτε | ||
| γ' πληθ. | έφεραν φέραν(ε) |
θα φέρουν(ε) | να φέρουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω φέρει | είχα φέρει | θα έχω φέρει | να έχω φέρει | ||
| β' ενικ. | έχεις φέρει | είχες φέρει | θα έχεις φέρει | να έχεις φέρει | έχε φερμένο | |
| γ' ενικ. | έχει φέρει | είχε φέρει | θα έχει φέρει | να έχει φέρει | ||
| α' πληθ. | έχουμε φέρει | είχαμε φέρει | θα έχουμε φέρει | να έχουμε φέρει | ||
| β' πληθ. | έχετε φέρει | είχατε φέρει | θα έχετε φέρει | να έχετε φέρει | έχετε φερμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν φέρει | είχαν φέρει | θα έχουν φέρει | να έχουν φέρει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) φερμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) φερμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) φερμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) φερμένο | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φέρνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ φέρνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Πηγές
[επεξεργασία]- φέρνω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φέρνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φέρω, κατά μεταπλασμόν βάσει του συνοπτικού θέματος φερ- αναλογικά προς το σχήμα: καμ- (ἔκαμον) - κάμνω, τεμ- (ἔτεμον) - τέμνω για σαφέστερη διάκριση των δύο ρηματικών θεμάτων[1] → δείτε επίσης Κατηγορία:Ρήματα σε -έρνω στο Βικιλεξικό.
Ρήμα
[επεξεργασία]φέρνω
- άλλη μορφή του φέρω
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φέρνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ρήματα σε -έρνω
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)