φέρνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φέρνω < αρχαία ελληνική φέρω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φέρνω, παρατ.: έφερνα, στιγμ. μέλλ.: θα φέρω, αόρ.: έφερα , παθ.φωνή: φέρνομαι , μτχ.π.π.: φερμένος

  1. μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον
    σας έφερα την εφημερίδα σας
    τι νέα μας έφερες;
  2. γίνομαι αιτία κάποιου πράγματος, προκαλώ κάτι, οδηγώ σε κάτι
    οι εξελίξεις έφεραν μεγάλη αναστάτωση
    τα νέα μάς έφεραν σε αδιέξοδο
    έφερα εξάρες (η ζαριά στο τάβλι)
    οι όμορφες σερβιτότες φέρνουν πελάτες
  3. μοιάζω σε κάτι ή κάποιον
    φέρνει λιγάκι στον πατέρα του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σου τη φέρνω: (1) σε ξεγελώ, σε εξαπατώ (2) υπερισχύω με επιχείρημα, σε ταπώνω
  • ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη (χρειάζονται πολλοί για τν επιτυχία)
  • όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος (κάτι μπορει να συμβεί από στιγμή σε στιγμή)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]