φέρσιμο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φέρσιμο < μεσαιωνική ελληνική φέρσιμο < αρχαία ελληνική φέρω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φέρσιμο ουδέτερο
- (λαϊκότροπο) συμπεριφορά
- ※ Ποια σύζυγος, μετά από τέτοιο φέρσιμο, θα του παραστεκότανε; Μα, να ερωτοτροπεί με την τσουλάρα; Χαρά στη γυναίκα ! Ήταν άξιος της μοίρας του. (Χρήστος Ναούμ, Άσωτοι έρωτες, εκδ. Καστανιώτη, 2014)