φέσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φέσι φέσια
γενική φεσιού φεσιών
αιτιατική φέσι φέσια
κλητική φέσι φέσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φέσι < τουρκική fes < περσική فينه [1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φέσι ουδέτερο

  1. είδος κόκκινου πίλου, άλλοτε επίσημου στην οθωμανική αυτοκρατορία, την Αίγυπτο, τη Τυνησία και το Μαρόκο (λευκό)
  2. είδος κόκκινου σκούφου με φούντα που έφεραν παλαιότερα άνδρες και γυναίκες και που συνεχίζουν να φέρουν οι τσολιάδες.
  3. μεγάλο χρέος που αφήνει κάποιος ανεξόφλητο
  4. (οικείο) μεθυσμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. άλλη άποψη: προέρχεται από το όνομα της Μαροκινής πόλης Φεζ (Arabic: فاس‎) από την οποία προέρχετο η φρουτικής προέλευσης βυσινοκόκκινη βαφή (Osmanlı fes imalatı toptan ve perakende satışımız mevcuttur)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]