φέτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φέτα | οι | φέτες |
| γενική | της | φέτας | των | φετών |
| αιτιατική | τη | φέτα | τις | φέτες |
| κλητική | φέτα | φέτες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fetta < (ίσως) δημώδης λατινική *offecta (κομματάκι) < λατινική offa[1] < πρωτοκελτική *yffl (κομματάκι, τεμάχιο)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfe.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φέ‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φέτα θηλυκό
- λεπτό κομμάτι σε όλο το πλάτος από κάτι, συνήθως φαγώσιμο
- ※ Καθώς η πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο της εποχής, τα παιδιά έτρωγαν επιδεικτικά μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη, ἕνα στερεοποιημένο προϊὸν σταφυλιοῦ μὲ πολλὲς θερμίδες (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα) εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)
- (ειδικότερα, τυρί) είδος μαλακού λευκού (αλμυρού) τυριού που παρασκευάζεται αποκλειστικά από πρόβειο ή αιγοπρόβειο γάλα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
φέτα στη Βικιπαίδεια

- φέτα στα Κοινά
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεπτό κομμάτι από κάτι
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα δημώδη λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοκελτική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Τυριά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)