φέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φέτα φέτες
γενική φέτας φετών
αιτιατική φέτα φέτες
κλητική φέτα φέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φέτα < ιταλική fetta

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈfɛ.ta/
Δυο φέτες (και κάτι) από τυρί φέτα


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φέτα θηλυκό

  1. λεπτό κομμάτι σε όλο το πλάτος από κάτι, συνήθως φαγώσιμο
    μια φέτα ψωμί
  2. είδος μαλακού λευκού τυριού


32πχ Μεταφράσεις[]