φέτας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

φέτας

  1. φέτα, στη γενική του ενικού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φέτας (el) αρσενικό