φίλαθλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φίλαθλος < φίλος + άθλος


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φίλαθλος αρσενικό ή θηλυκό

  1. οπαδός μιας αθλητικής ομάδας
    είχαμε επεισόδια φιλάθλων χτες στου Καραϊσκάκη
  2. άτομο που του αρέσει να παρακολουθεί γενικά τα του αθλητισμού
  3. δεν χάνει αγώνα στην τηλεόραση, είναι φίλαθλος'


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φίλαθλος, -η, -ο

  1. που αγαπά τα αθλήματα
    ο Κώστας ειναι φίλαθλο πνεύμα
  2. που σέβεται μια ορισμένη ιδέα του αθλητισμού

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]