Μετάβαση στο περιεχόμενο

φίλανδρος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὁ/ἡ φίλανδρος τὸ φίλανδρον
      γενική τοῦ/τῆς φιλάνδρου τοῦ φιλάνδρου
      δοτική τῷ/τῇ φιλάνδρῳ τῷ φιλάνδρῳ
    αιτιατική τὸν/τὴν φίλανδρον τὸ φίλανδρον
     κλητική ὦ! φίλανδρε φίλανδρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ φίλανδροι τὰ φίλανδρᾰ
      γενική τῶν φιλάνδρων τῶν φιλάνδρων
      δοτική τοῖς/ταῖς φιλάνδροις τοῖς φιλάνδροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς φιλάνδρους τὰ φίλανδρᾰ
     κλητική ὦ! φίλανδροι φίλανδρᾰ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ φιλάνδρω τὼ φιλάνδρω
      γεν-δοτ τοῖν φιλάνδροιν τοῖν φιλάνδροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φίλανδρος < (φίλος) φίλ- + -ανδρος (ἀνήρ)

Επίθετο

[επεξεργασία]

φίλανδρος, -ος, -ο

  1. που αγαπά τους άνδρες
    ※  6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 902
    στένει πέδον φίλανδρον
  2. που αγαπά τις ανδρικές συνήθειες, τους ανδρικούς τρόπους
  3. που αγαπά τον σύζυγο της