φίλιωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φίλιωμα φιλιώματα
γενική φιλιώματος φιλιωμάτων
αιτιατική φίλιωμα φιλιώματα
κλητική φίλιωμα φιλιώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φίλιωμα < φιλιώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φίλιωμα ουδέτερο

  1. η επαναπροσέγγιση μετά από καβγά, η αποκατάσταση της σχέσης με έναν φίλο, αγαπημένο κ.λπ.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]