φίμωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φίμωση φιμώσεις
γενική φίμωσης
& φιμώσεως
φιμώσεων
αιτιατική φίμωση φιμώσεις
κλητική φίμωση φιμώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φίμωση < ελληνιστική κοινή φίμωσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φίμωση θηλυκό

  1. η ενέργεια του φιμώνω
  2. η στέρηση της δυνατότητας σε κάποιον να μιλήσει
  3. (ιατρική) η αδυναμία αποκάλυψης της βαλάνου με έλξη της ακροποσθίας

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • η φίμωση του τύπου (λογοκρισία) που επιχειρείται στα έντυπα μέσα από ολοκληρωτικά ή δικτατορικά καθεστώτα και όχι μόνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]