φαγέδαινα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαγέδαινα φαγέδαινες
γενική φαγέδαινας φαγεδαινών
αιτιατική φαγέδαινα φαγέδαινες
κλητική φαγέδαινα φαγέδαινες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαγέδαινα < αρχαία ελληνική φαγέδαινα < πιθανόν από τη λέξη φαγεδών που τεκμαίρεται ότι υπήρξε κάποτε στο λόγο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαγέδαινα θηλυκό

  1. λέξη που έπαψε να χρησιμοποιείται από τα μέσα του 20ου αιώνα και που μέχρι τότε σήμαινε το σαρκοφάγο έλκος ή πληγή με στοιχεία κακοήθειας, η οποία οφειλόταν πιθανόν σε καρκίνο, έρπητα, σύφιλη ή γάγγραινα και η οποία επεκτεινόταν διαβρώνοντας τους γύρω ιστούς
    η φαγέδαινα στη γυναίκα, ήταν συχνή αιτία διαζυγίου στο Βυζάντιο
  2. μεταφορικά η λεξη χρησιμοποιείτο και για οτιδήποτε εξαπλωνόταν και ήταν καταστροφικό
    Ἡ αὐλή ἐστὶ τὸ μέγα κέντρον τῶν δεινῶν ἡμῶν, ἡ μεγάλη φαγέδαινα, ἡ διαχέουσα τοὺς καταστρεπτικοὺς αὑτῆς χυμοὺς εἰς τὸ σῶμα τῆς κοινωνίας. (Κλέων Ραγκαβής)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]