φαγιάντσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαγιάντσα φαγιάντσες
γενική φαγιάντσας
αιτιατική φαγιάντσα φαγιάντσες
κλητική φαγιάντσα φαγιάντσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαγιάντσα < γαλλική faïence

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαγιάντσα θηλυκό και φαγιάνς

  1. είδος πηλού, εξαιρετικής ποιότητας, συνήθως λευκός
  2. αντικείμενο κατασκευασμένο από αυτόν τον πηλό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]